Κυριακή 28 Μαΐου 2017,

Τί συμβαίνει σε περίπτωση εκκαθάρισης μίας ασφαλιστικής εταιρείας (Β Μέρος)

(Ειδικότερα ζητήματα  – ΠΕΡΙ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΕΩΣ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΟ Ν.4364/2016 )

Κατά το στάδιο της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, το σύνολο της περιουσίας της εταιρείας είναι δεσμευμένο από την αρμόδια Εποπτική Αρχή (Ε.Π.Α.Θ. της Τράπεζας της Ελλάδος) για την εξυπηρέτηση των σκοπών του Ν.4364/2016 που το διέπει.  Συνδιαχειριστής της περιουσίας των υπό ασφαλιστική εκκαθάριση εταιρειών είναι το Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία «Επικουρικό Κεφάλαιο» κατά το λόγο συμμετοχής του (ο οποίος προκύπτει με υπολογισμό από το σύνολο της περιουσίας της υπό εκκαθάριση εταιρείας και το ποσοστό των ασφαλιστηρίων που αφορά αστική ευθύνη κλάδου αυτοκινήτων).

Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι ο εκκαθαριστής, στο τέλος κάθε εξαμήνου (30/6 και 31/12) υποβάλλει απολογισμό εξόδων και προϋπολογισμό εξόδων του επομένου εξαμήνου. Αυτοί εγκρίνονται από το Επικουρικό Κεφάλαιο (για ασφαλιστική εταιρεία με αντικείμενο την ασφάλιση αστικής ευθύνης αυτοκινήτου) ή το Εγγυητικό Κεφάλαιο Ασφαλίσεων Ζωής (για ασφαλιστική εταιρεία με αντικείμενο την ασφάλιση ζωής) και την αρμόδια Εποπτική Αρχή (Διεύθυνση Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης της Τράπεζας της Ελλάδος) και εν συνεχεία οι παραπάνω εγκρίνουν και υλοποιούν την αποδέσμευση των αιτηθέντων ποσών. Καθίσταται λοιπόν σαφές, ότι κατά τη διαχείριση των χρημάτων της εκκαθάρισης, που είναι δεσμευμένα ήδη, υπάρχει και τηρείται διεξοδικότατη διαδικασία εποπτευόμενη από την καθ” ύλη αρμόδια Εποπτική Αρχή (που έχει επιβάλει και τη δέσμευση) και ως εκ τούτου, κάθε άλλη δέσμευση ή παρέμβαση -εκτός του ότι δεν είναι ανεκτή από το Νόμο- απλώς παρακωλύει την εύρυθμη λειτουργία των εκκαθαρίσεων και την εφαρμογή του Νόμου.

Οι δικαιούχοι απαιτήσεων από ασφάλιση και οι καθολικοί και ειδικοί τους διάδοχοι έχουν προνόμιο στην ασφαλιστική τοποθέτηση, που προηγείται από κάθε άλλο γενικό ή ειδικό προνόμιο εκτός από τα προνόμια του πρώτου και δευτέρου  εδαφίου της παραγράφου 7 του άρθρου 248 του Ν.4364/2016 (δηλαδή τα προνόμια των εξόδων εκκαθάρισης και των απαιτήσεων από σχέση εξαρτημένης εργασίας).

Το προνόμιο αυτό ασκείται αποκλειστικά από τους δικαιούχους ασφαλίσεων ζωής, από τους δικαιούχους ασφαλίσεων αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία αυτοκινήτων  και από τους δικαιούχους των λοιπών ασφαλίσεων κατά ζημιών, στα περιουσιακά στοιχεία για καθεμιά από τις ασφαλίσεις αυτές. Το ως άνω προνόμιο ισχύει και μετά τη λύση της ασφαλιστικής επιχείρησης.

Ο εκκαθαριστής  ικανοποιεί από το προϊόν της εκποίησης τους δικαιούχους ασφαλίσματος συμμέτρως.

Ειδικά για την απόδοση φόρων και ασφαλιστικών εισφορών

Εκτός από τα παραπάνω, θα πρέπει εδώ να αναφερθούν και τα εξής:

Στις περισσότερες περιπτώσεις, προ της ανακλήσεως της άδειας λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης, η αρμόδια Εποπτική Αρχή προβαίνει σε δέσμευση της περιουσίας της και σε χαρακτηρισμό αυτής ως ασφαλιστική τοποθέτηση. Από το χρονικό αυτό σημείο,  η λειτουργία της ασφαλιστικής επιχείρησης περιορίζεται δραστικά, εφόσον εκτός της άνω δέσμευσης της περιουσίας και μέχρι η ασφαλιστική εταιρεία να συμμορφωθεί με όσα επιβάλλονται από το Νόμο και την Εποπτική Αρχή, δεν μπορεί να εκδίδει νέα ασφαλιστήρια συμβόλαια ή πρόσθετες πράξεις. Είναι αυτονόητο, ότι κατά το ίδιο χρονικό διάστημα δεν υπάρχουν διαθέσιμα χρήματα (μη δεσμευμένα) για την πληρωμή φόρων και η οποιαδήποτε κίνηση σε λογαριασμούς απαιτεί προηγουμένως την υποβολή αιτήσεως αποδέσμευσης και την αντίστοιχη άδεια από την Εποπτική Αρχή.

H λεπτομερέστατη και διεξοδικότατη διαδικασία που προηγείται της δέσμευσης από την αρμόδια Εποπτική Αρχή της περιουσίας των ασφαλιστικών εταιρειών καθώς επίσης και της έκτασης της δέσμευσης αυτής στο σύνολο της περιουσίας των ασφαλιστικών εταιρειών καθιστά ξεκάθαρο το γεγονός, ότι δεν είναι δυνατή καμία πληρωμή μετά τη δέσμευση. Μετά τη δέσμευση ΔΕΝ υφίσταται ούτε πραγματική αλλά ούτε και νομική δυνατότητα για οιονδήποτε (ασφαλιστικό εκκαθαριστή ή πρώην Διοίκηση της εταιρείας) να καταβάλλει οφειλόμενους φόρους και εισφορές.  Είναι λοιπόν απαραίτητος ο διαχωρισμός μεταξύ της περιπτώσεως που υπήρξε όντως φοροδιαφυγή με την μη καταβολή των αναλογούντων φόρων από αυτήν που δεν υπήρχε, λόγω δέσμευσης κατά τα άνω, πραγματική δυνατότητα καταβολής των αναλογούντων φόρων ήδη προ της ανακλήσεως της άδειας λειτουργίας της ασφαλιστικής επιχείρησης. Ακριβώς αυτός είναι ο δικαιολογητικός σκοπός της δέσμευσης, να μην γίνει δηλαδή καμία απαλλοτρίωση περιουσιακών στοιχείων της ελεγχόμενης εταιρείας προκειμένου να διασφαλισθούν τα εκ του Νόμου προβλεπόμενα προνόμια σε περίπτωση ανακλήσεως της αδείας της. Συνεπώς, κάθε άλλη δέσμευση από οιονδήποτε στερούμενο προνομίου πιστωτή (ως εν προκειμένω από το Δημόσιο ή Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης), θα συνιστούσε ευθεία παραβίαση των εκ του Νόμου (Ν.4364/2016) θεσπισθέντων προνομίων(και συνεπώς θα συνιστούσε ευθεία παραβίαση Νόμου)  εφόσον θα είχε των μη νόμιμο (υπό τις ειδικές διατάξεις που αναλυτικώς εκθέσαμε)σκοπό της προστασίας μη προνομιούχου απαίτησης (φόρων ή εισφορών) και μάλιστα προ της ανακλήσεως της άδειας λειτουργίας εις βάρος των προνομιούχων δανειστών όπως αυτή περιοριστικά περιγράφονται στο άρθρο 248 παρ.7 του Ν.4364/2016 και αναλύθηκε ανωτέρω. Πρέπει λοιπόν να εξεταστεί πότε γεννήθηκαν οι υποχρεώσεις, πότε βεβαιώθηκαν, πότε μπορούσαν(και έπρεπε) να πληρωθούν και εάν κατά τα χρονικά αυτά διαστήματα υπήρχε και η πραγματική και νομική δυνατότητα πληρωμής των είτε υπό του Εκκαθαριστού είτε και υπό της πρώην Διοικήσεως της ασφαλιστικής εταιρείας.

Στις περισσότερες των περιπτώσεων, την παραπάνω απόφαση λήψης διοικητικών μέτρων(δέσμευσης κλπ) ακολουθεί η απόφαση οριστικής ανάκλησης άδειας λειτουργίας και θέσης σε ασφαλιστική εκκαθάριση και ο χαρακτηρισμός του συνόλου των στοιχείων του ενεργητικού της εταιρείας ως ασφαλιστική τοποθέτηση.

Από όλα τα παραπάνω γίνεται κατανοητό ότι για τις υπό ασφαλιστική εκκαθάριση τελούσες εταιρείες δεν υφίσταται περιθώριο εφαρμογής του Νόμου για λήψη μέτρων, εφόσον υφίσταται αφενός μεν νομική υποχρέωση των οργάνων της εκκαθάρισης να μην καταβάλλουν οτιδήποτε σε οιονδήποτε μη προνομιούχο δανειστή, μεταξύ των οποίων και του Δημοσίου και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης, αφετέρου δε πραγματική και νομική αδυναμία των μελών της πρώην διοικήσεως.

Ενδεικτικά αναφέρουμε:

  1. Το υπ” αριθ. πρωτ. ΔΠΕΙΣ Γ 1015294/23-1-2014 έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών – Γενική Γραμματεία Εσόδων – Γενική Διεύθυνση Φορολογικών Ελέγχων και Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων – Διεύθυνση Πολιτικής Εισπράξεων – Τμήμα Γ” με θέμα «Παροχή οδηγιών σχετικά με επιχειρήσεις υπό ασφαλιστική εκκαθάριση» όπου -μεταξύ άλλων – η άνω Υπηρεσία ενημερώνει σχετικά τις Δ.Ο.Υ, στις οποίες υπάγονται οι υπό ασφαλιστική εκκαθάριση ασφαλιστικές εταιρείες ότι:

«Το νομοθετικό πλαίσιο για θέματα που αφορούν τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις είναι το Ν.Δ. 400/1970[1]. Ειδικότερα, το άρθρο 12Α του ΝΔ 400/1970 με τίτλο «Ασφαλιστική Εκκαθάριση» περιγράφει την τηρητέα διαδικασία κατά το στάδιο της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, όπου σύμφωνα με την παρ. 5 αυτού[2] «Κατά το χρονικό διάστημα που η ασφαλιστική επιχείρηση βρίσκεται σε ασφαλιστική εκκαθάριση αναστέλλεται κάθε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της και σε βάρος των ασφαλισμένων ασφαλίσεων αστικής ευθύνης, μέχρι το ποσό για το οποίο ευθύνεται σε ολόκληρο η ασφαλιστική επιχείρηση. Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα αναστέλλονται οι ατομικές διώξεις των δικαιούχων ασφαλίσματος κατά της ασφαλιστικής επιχείρησης» και την παρ. 14 [3]αυτού » Ο εκκαθαριστής και ο επόπτης της ασφαλιστικής εκκαθάρισης δεν υπέχουν ποινική ευθύνη ούτε προσωποκρατούνται ούτε υπέχουν οποιαδήποτε άλλη ευθύνη για χρέη της ασφαλιστικής επιχείρησης προς το Δημόσιο ή τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης,

[1] Ο οποίος καταργήθηκε από το Ν.4364/2016.

[2] Το οποίο αντικαταστάθηκε από το με το αυτό περιεχόμενο άρθρο 239 παρ.3 του Ν.4364/2016.

[3] Το οποίο αντικαταστάθηκε από το με το αυτό περιεχόμενο άρθρο 237 παρ.2 του Ν.4364/2016.

ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαίωσής τους…». Επίσης το άρθρο 10 παρ.1 και 2 του ΝΔ 400/1970 με τίτλο «Προνόμια επί ασφαλιστικών τοποθετήσεων – Κατάσχεση – Πτώχευση» θεσπίζει κανόνα ακατάσχετου της ασφαλιστικής τοποθέτησης και ειδικότερα σύμφωνα με την παρ.2 αυτού[1] «Κατάσχεση ασφαλιστικής τοποθέτησης στα χέρια της ασφαλιστικής επιχείρησης ή τρίτου επιτρέπεται μόνο υπέρ των δικαιούχων της προηγούμενης παραγράφου 1 με βάση τελεσίδικη δικαστική απόφαση ή (εκτελεστή) απόφαση διαιτητικού δικαστηρίου. Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι ο νόμος θεσπίζει κανόνα ακατάσχετου των αποτελούντων ασφαλιστική τοποθέτηση περιουσιακών στοιχείων για τις επιχειρήσεις που τελούν σε ασφαλιστική εκκαθάριση και για όσο χρονικό διάστημα αυτή διαρκεί απαγορεύεται να προβείτε στη λήψη οποιουδήποτε μέτρου αναγκαστικής εκτέλεσης (επιβολή κατασχέσεων, έκδοση προγραμμάτων πλειστηριασμού) εναντίον αυτών ή των  διορισθέντων εκκαθαριστών, ενώ σε περίπτωση που έχετε προχωρήσει σε αναγκαστική εκτέλεση θα πρέπει αυτή να ανασταλεί. «

Σημειώνεται ότι το παραπάνω έγγραφο είχε εκδοθεί ήδη υπό την ισχύ του προϋφιστάμενου Ν.Δ. 400/1970 το οποίο καταργήθηκε μεν από το Ν.4364/2016, περιλαμβάνει όμως πανομοιότυπες διατάξεις με αυτές επί των οποίων η σύνταξη του άνω εγγράφου βασίστηκε.

Περαιτέρω, στο άνω έγγραφο γίνεται αναφορά στην υπ” αριθ. 179/2002 Γνωμοδότηση του Β” Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ή οποία έγινε δεκτή από τον Υφυπουργό Οικονομικών, στην οποία γνωμοδοτήθηκαν τα εξής:

«…Η καθολικότητα της απαγόρευσης της κατάσχεσης της ασφαλιστικής τοποθέτησης οδηγεί στο συμπέρασμα ότι είναι αδύνατη (απαγορεύεται) η κατάσχεση ακινήτων που ανήκουν στην ασφαλιστική τοποθέτηση, όπως επίσης και η εγγραφή υποθήκης σ” αυτά, εφόσον αυτά δεν είναι δεκτικά εκποιήσεως σύμφωνα με το άρθρο 1259 ΑΚ, κατά το οποίο η υποθήκη αποκτάται μόνο σε ακίνητα που μπορούν να εκποιηθούν, πέραν του ότι και σαν ακατάσχετα δεν θα μπορούσε να ασκηθεί η υποθηκική αγωγή για την ικανοποίηση της εγγραφόμενης τυχόν υποθήκης, αφού και αυτή ακολουθεί τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως, δηλαδή κατάσχεση των ενυπόθηκων και δια πλειστηριασμού εκποίηση αυτών, πράγμα που απαγορεύεται από την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 10 παρ.2 του ν.δ. 400/1970».

[1] Το οποίο αντικαταστάθηκε από το με όμοιο περιεχόμενο άρθρο 239 παρ. 6 του Ν.4364/2016.

ακίνητα που μπορούν να εκποιηθούν, πέραν του ότι και σαν ακατάσχετα δεν θα μπορούσε να ασκηθεί η υποθηκική αγωγή για την ικανοποίηση της εγγραφόμενης τυχόν υποθήκης, αφού και αυτή ακολουθεί τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως, δηλαδή κατάσχεση των ενυπόθηκων και δια πλειστηριασμού εκποίηση αυτών, πράγμα που απαγορεύεται από την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 10 παρ.2 του ν.δ. 400/1970″.

Το άρθρο επιμελήθηκαν για την Crowe Sol οι:

Γεράσιμος Χαλιώτης, Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, Msc, Διαπιστευμένος Διαμεσολαβητής

Ευαγγελία Παρίση, Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής της Σ.Ο.Λ ΑΕ

Κοινοποιήστε το άρθροShare on FacebookShare on LinkedIn

Ειδήσεις από τα συνεργαζόμενα site

Insuranceworld.gr

Ροή ειδήσεων

Άποψη

Τα σεμινάρια μας

Δηλώστε συμμετοχή για ένα από τα επόμενα σεμινάρια

Θέμα:

Ημερομηνία διεξαγωγής

01/01/1970 /

Τόπος:

Εισηγητής /

Κόστος /

Θέμα:

Ημερομηνία διεξαγωγής

01/01/1970 /

Τόπος:

Εισηγητής /

Κόστος /

Τα νέα των ασφαλιστικών εταιριών

Τα νέα των συλλόγων

Αθήνα
Ένωση Ασφαλιστικών Πρακτόρων Κρήτης Σύνδεσμος Ασφαλιστικών Διαμεσολαβητών Χανίων Σύλλογος Διαμεσολαβούντων στην Ιδιωτική Ασφαλιση Δωδεκανήσου Ένωση επαγγελματιών ασφαλιστών Νοτιοδυτικής Ελλάδος Σύλλογος Διαμεσολαβητών Ασφαλειών Μαγνησίας Ένωση Ασφαλιστικών Πρακτόρων Κεντρικής Ελλάδος Ένωση Ασφαλιστικών Πρακτόρων & Ασφαλιστικών Συμβούλων Ν.Ιωαννίνων Σωματείο ασφαλιστικών Πρακτόρων Δυτικής Μακεδονίας Σύνδεσμος Διαμεσολαβούντων Ασφαλιστικών Εργασιών Σύνδεσμος Ανεξάρτητων Ασφαλιστικών Διαμεσολαβητών Ν.Σερρών Ένωση Ασφαλιστικών Διαμεσολαβητών Περιφερειακής Ενότητας Καβάλας
Αθήνα